Open Close

Γνωμοδότηση του ΝΣΚ για την αναγνώριση πτυχίων Νομικής από την Κύπρο

Ο πρόεδρος του Διεπιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (ΔΟΑΤΑΠ), κατέθεσε στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους τα ακόλουθα ερωτήματα:

α) Αν είναι ορθή η αναφερόμενη στο υπ’ αριθ. Πρακτικού 153/05-09- 2014 άποψη της Ολομελείας του Διοικητικού Συμβουλίου του Διεπιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (ΔΟΑΤΑΠ), ότι «σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4 παρ. 1 στοιχείο (β) του ν. 3328/2005, δεν είναι δυνατή η αναγνώριση τίτλων σπουδών από ομοταγή ιδρύματα της αλλοδαπής, η χορήγηση των οποίων έχει πραγματοποιηθεί με αναγνώριση διδακτικών μονάδων από ελληνικά ΑΕΙ, χωρίς προηγουμένως να έχει αποκτηθεί ο ημεδαπός τίτλος, καθώς ο ΔΟΑΤΑΠ δεν μπορεί εκ του νόμου να συνεκτιμήσει σπουδές της ημεδαπής με σπουδές της αλλοδαπής» και

β) «Ποιά είναι η πλέον κατοχυρωμένη νομικά διοικητική διαδικασία χειρισμού των σχετικών περιπτώσεων οι οποίες βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε εξέλιξη στον Οργανισμό, όπως και των περιπτώσεων που έχουν ήδη περατωθεί με την έκδοση αντίστοιχων πράξεων αναγνώρισης». Η άποψη αυτή και το ερώτημα διατυπώνονται με αφορμή αιτήματα για αναγνώριση ισοτιμίας «πτυχίου στη Νομική» το οποίο απονεμήθηκε στο πλαίσιο προγράμματος του σπουδών «Ελληνικό Δίκαιο» από το «Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου» (European University of Cyprus), μετά από κατάταξη στο πρόγραμμα αυτό με αναγνώριση μονάδων σε φοιτητές μη νομικών σχολών ή τμημάτων της ημεδαπής.

Η ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ Γ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ  ΝΣΚ  ΕΠΙ ΤΩΝ ΔΥΟ ΕΡΩΤΗΜΑΤΩΝ

IV. Γνώμες

Στο Τμήμα διαμορφώθηκαν δύο γνώμες:

Α. 1. Επί του πρώτου ερωτήματος

Κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας που απαρτίστηκε από τους, Βασιλική Δούσκα, Αντιπρόεδρο ΝΣΚ, Παναγιώτη Παναγιωτουνάκο, Παναγιώτη Σπανό, Ευγενία Βελώνη, Κωνσταντίνο Κατσούλα και Αθηνά Αλεφάντη, Νομικούς Σύμβουλους του Κράτους (ψήφοι 6), προς την οποία συντάχθηκε η εισηγήτρια Φωτεινή Δεδούση, Πάρεδρος ΝΣΚ (γνώμη χωρίς ψήφο), η αρνητική άποψη του ΔΟΑΤΑΠ είναι ορθή κατ’ αποτέλεσμα υπό την ακόλουθη έννοια και αιτιολογία:

α) Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του ν. 3328/2005 και κυρίως το άρθρο 1 στοιχείο (α) αυτού, σκοπός του ΔΟΑΤΑΠ είναι η αναγνώριση τίτλων σπουδών οι οποίοι απονέμονται από ομοταγή εκπαιδευτικά ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης, πανεπιστημιακής και τεχνολογικής κατεύθυνσης, της αλλοδαπής. Στο άρθρο 3 στοιχείο (η) του ιδίου νόμου ορίζεται ως ομοταγές το εκπαιδευτικό ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης πανεπιστημιακής και τεχνολογικής κατεύθυνσης της αλλοδαπής, το οποίο πληροί, σωρευτικά, τις οριζόμενες στο στοιχείο αυτό προϋποθέσεις. Στις προϋποθέσεις αυτές εντάσσεται, το να περιλαμβάνει η διδασκαλία και η εξέταση στο αλλοδαπό ίδρυμα, τα αναγκαία για την αντίστοιχη επιστήμη μαθήματα [στοιχείο (η) υποπερίπτωση (αα)].

Από το συνδυασμό των παραπάνω με το στοιχείο (β) του άρθρου 3 του ίδιου νόμου ν. 3328/2005, στο οποίο ορίζεται ότι ο προς αναγνώριση τίτλος σπουδών πρέπει να πιστοποιεί την επιτυχή ολοκλήρωση προγράμματος σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης, συνάγεται ότι ο σκοπός του νόμου συνίσταται στην υπαγωγή σε εξέταση με βάση τις ρυθμίσεις και τα κριτήρια τα οποία προβλέπονται σε αυτόν (και σε συμφωνία το άρθρο 16 παρ. 5 και 8 του Συντάγματος και τη σχετική νομολογία), αλλοδαπών τίτλων σπουδών προς διαπίστωση της επιστημονικής αξίας και του περιεχομένου τους, σε σχέση με τους τίτλους σπουδών τους οποίους απονέμουν τα ΑΕΙ της ημεδαπής, στην αντίστοιχη επιστήμη. Με άλλη διατύπωση, σκοπός της νομοθεσίας που αφορά στην αναγνώριση ακαδημαϊκής ισοτιμίας, είναι η διαπίστωση της, από ακαδημαϊκή άποψη, αξίας ενός τίτλου ο οποίος απονεμήθηκε από ομοταγές ίδρυμα της αλλοδαπής, στο πλαίσιο της εκεί οργάνωσης των ακαδημαϊκών σπουδών, σε σχέση με τίτλους οι οποίοι απονέμονται στο πλαίσιο της οργάνωσης των οικείων ακαδημαϊκών σπουδών στην αντίστοιχη επιστήμη στην Ελλάδα.

Εξάλλου, στο άρθρο 4 παρ. 1 στοιχείο (α) εδάφιο πρώτο και στοιχείο (β) του ν. 3328/2005 ορίζεται ότι η «ισοτιμία» αναγνωρίζεται εφόσον, α) η διάρκεια των σπουδών, η διαδικασία διδασκαλίας και μάθησης και οι όροι αξιολόγησης, προαγωγής και αποφοίτησης των σπουδαστών πληρούν τις απαιτήσεις των πανεπιστημίων και των τεχνολογικών ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης της ημεδαπής28 και β) όλο το πρόγραμμα σπουδών έχει διανυθεί σε ομοταγή εκπαιδευτικά ιδρύματα και τουλάχιστον το 1/2 του προγράμματος ή τα δύο έτη, σε περίπτωση που η διάρκεια των σπουδών είναι πενταετής, έχει πραγματοποιηθεί στο ίδρυμα που απονέμει τον τίτλο.

Ενόψει αυτών τα, κατά περίπτωση, αναφυόμενα ζητήματα συνεκτίμησης γνώσεων από προγράμματα σπουδών της ημεδαπής, εξετάζονται στο πλαίσιο των διατάξεων του ν. 3328/2005 περί αναγνώρισης ισοτιμίας, όχι υπό μια έννοια δυνατότητας υποκατάστασης της απαίτησης του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχείο (β) του νόμου αυτού να έχει ολοκληρωθεί ένα αλλοδαπό πρόγραμμα σπουδών, αλλά, αναλόγως της ειδικότερης περίπτωσης, υπό το πρίσμα της διακρίβωσης του εάν ο αλλοδαπός τίτλος σπουδών αποκτήθηκε υπό συνθήκες οι οποίες πληρούν τις απαιτήσεις των ημεδαπών ΑΕΙ, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχείο (α) του ν. 3328/2005. Η διακρίβωση δε αυτή, θα περιλαμβάνει, απαραιτήτως, μεταξύ των άλλων, εξέταση τόσο της διάρκειας των σπουδών στο ίδρυμα της αλλοδαπής όσο και του ουσιαστικού επιπέδου των σπουδών, ενόψει του περιεχομένου του προγράμματος σπουδών και των λοιπών συνθηκών διδασκαλίας του αλλοδαπού ΑΕΙ.

Εξυπακούεται ότι, ειδικότερα ζητήματα νομίμως εγκεκριμένων προγραμμάτων συνεργασίας μεταξύ ημεδαπών και ομοταγών αλλοδαπών ΑΕΙ, εφόσον τέτοια προγράμματα θα μπορούσαν, αναλόγως των σχετικών προβλέψεών τους, να οδηγούν σε απονομή αλλοδαπού τίτλου σπουδών, θα ήταν εξεταστέα στο πλαίσιο του ν. 3328/2005 σε συνάρτηση με τις σχετικές ρυθμίσεις των άρθρων 36 παρ. 2 στοιχείο (α) και 41 παρ. 1 του ν. 4009/2011 (ή προϊσχυουσών ρυθμίσεων, εφόσον αυτές θα ήταν εφαρμοστέες), περί των οποίων κατωτέρω.

β) Ανεξαρτήτως των παραπάνω, με δεδομένο ότι η αναφορά του ΔΟΑΤΑΠ σε συνυπολογισμό σπουδών ημεδαπής με σπουδές της αλλοδαπής έχει στην προκειμένη περίπτωση την ειδικότερη έννοια του συνυπολογισμού σπουδών από διάφορα μη νομικά Τμήματα διαφόρων ημεδαπών ΑΕΙ (όπως Τμήματα, Οικονομικών Επιστημών, Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Ψυχολογίας, Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας, Φιλολογίας κά), και οι οποίες ελήφθησαν υπ’ όψιν από το κρίσιμο εν προκειμένω αλλοδαπό εκπαιδευτικό ίδρυμα ως μεταφερόμενες πιστωτικές μονάδες, εξεταστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων, 5 παρ. 2, στοιχεία (α) και (ιστ), 30, 32, 33, 36, 38, 40 και 41 του ν. 4009/2011.

Στις διατάξεις αυτές ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν στην οργάνωση, από τα αρμόδια προς τούτο όργανα των ημεδαπών ΑΕΙ, των ημεδαπών προγραμμάτων σπουδών και στη διάρθρωση των προγραμμάτων αυτών στη βάση ακαδημαϊκών ετών και εξαμήνων και στη βάση του συστήματος πιστωτικών μονάδων. Ρυθμίζονται επίσης ζητήματα μεταφοράς πιστωτικών μονάδων από και προς ημεδαπά και αλλοδαπά ΑΕΙ, στο πλαίσιο νομίμως εγκεκριμένων προγραμμάτων συνεργασίας.

Σημειώνεται ότι στο σύστημα αυτό αφορούσαν ήδη οι ρυθμίσεις του άρθρου 14 του ν. 3374/2005. Κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 6 του εν λόγω άρθρου 14, εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση του Υπουργού Παιδείας Φ5/89656/13-08- 2007.

Οι ρυθμίσεις αυτές είναι προσαρμοσμένες στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Μεταφοράς και Συσσώρευσης Πιστωτικών Μονάδων (European Credit Transfer and Accumulation System, ECTS) του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΧΑΕ).30 Σύμφωνα με τον «Οδηγό για τους χρήστες του Ευρωπαϊκού Συστήματος Μεταφοράς και Συσσώρευσης Πιστωτικών Μονάδων» της Υπηρεσίας Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (επικαιροποίηση της 6ης Φεβρουαρίου 2009)31, το σύστημα αυτό βασίζεται στη διαφάνεια των μαθησιακών αποτελεσμάτων και των διαδικασιών μάθησης και στοχεύει, μεταξύ άλλων στη διευκόλυνση του προγραμματισμού της κινητικότητας φοιτητών. Στον Οδηγό αυτό επισημαίνεται ότι οι πιστωτικές μονάδες εκφράζουν το φόρτο εργασίας που χρειάζονται οι φοιτητές για να επιτύχουν τα αναμενόμενα μαθησιακά αποτελέσματα. Αναφέρεται επίσης ότι, πιστωτικές μονάδες οι οποίες απονέμονται σε ένα πρόγραμμα μπορούν να μεταφερθούν σε άλλο πρόγραμμα που προσφέρει το ίδιο ή διαφορετικό ίδρυμα, εάν το ίδρυμα που χορηγεί τον τίτλο σπουδών αναγνωρίζει τις πιστωτικές μονάδες και τα συνδεόμενα με αυτές μαθησιακά αποτελέσματα και ότι η αναγνώριση περιόδων σπουδών στο εξωτερικό προϋποθέτει εκ των προτέρων συμφωνία των εμπλεκομένων ιδρυμάτων. Ως εργαλεία για τη διευκόλυνση της μεταφοράς και συσσώρευσης των πιστωτικών μονάδων καθορίζονται τα βασικά έγγραφα του ECTS [Ενημερωτικός Οδηγός Σπουδών, Έντυπο Αίτησης Φοιτητή, Συμφωνία Σπουδών, Πιστοποιητικό Αναλυτικής Βαθμολογίας, Παράρτημα (Checklist)].
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, περιπτώσεις μεταφοράς και συσσώρευσης πιστωτικών μονάδων από ένα πρόγραμμα σπουδών ημεδαπού ΑΕΙ, σε πρόγραμμα σπουδών το οποίο παρέχεται από Σχολή ή Τμήμα άλλου ημεδαπού ΑΕΙ (άρθρο 32 παρ. 3 του ν. 4009/2011) ή σε πρόγραμμα σπουδών ΑΕΙ της αλλοδαπής, ομοταγούς και αναγνωρισμένου από τον αρμόδιο ελληνικό Οργανισμό (άρθρα, 36 παρ. 2 και 41 του ν. 4009/2011),32 έχουν ως προϋπόθεση την κατάρτιση σχετικού πρωτοκόλλου συνεργασίας μεταξύ των ΑΕΙ, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στον Οργανισμό του οικείου ημεδαπού ΑΕΙ, καθώς και έγκρισή του από τα αρμόδια προς τούτο όργανα.

Όπως ειδικότερα προβλέπεται στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 41 του ν. 4009/2011, στο σχετικό πρωτόκολλο συνεργασίας με ομοταγές ΑΕΙ της αλλοδαπής, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, το αντικείμενο του προγράμματος, η συγκρότηση επιτροπών για την κατάρτιση του περιεχομένου του προγράμματος σπουδών, όπως και τα αρμόδια όργανα για την έγκριση, διοίκηση και εποπτεία του, αλλά και ο τρόπος εισαγωγής των φοιτητών στο αλλοδαπό ίδρυμα, η διαδικασία αναγνώρισης πιστωτικών μονάδων, η χορήγηση ενιαίου ή χωριστού τίτλου σπουδών από κάθε ίδρυμα και ο τύπος αυτού, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα, σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο το οποίο διέπει τις προπτυχιακές (ή μεταπτυχιακές σπουδές) της χώρας κάθε συνεργαζόμενου ιδρύματος.

Κατά συνέπεια, δυνατότητα μεταφοράς και συσσώρευσης πιστωτικών μονάδων, υπό την έννοια η οποία καθορίζεται στο νομοθετικό πλαίσιο το οποίο διέπει τη διαμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών αλλά και τη μεταφορά και συσσώρευση επιτυχών επιδόσεων σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο, ανακύπτει στη βάση νομίμως εγκεκριμένων προγραμμάτων συνεργασίας και συναρτάται με περιορισμένου χρονικού διαστήματος μετακίνηση ή ανταλλαγή φοιτητών. Η ύπαρξη δυνατότητας τέτοιας μεταφοράς και οι ειδικότερες διαδικασίες υλοποίησης της, στο πλαίσιο απονομής πτυχίου από κοινού ή χωριστά από τα συνεργαζόμενα ΑΕΙ, συνιστούν αναγκαίο περιεχόμενο του σχετικού πρωτοκόλλου συνεργασίας (ιδ. άρθρα 32 παρ. 3, 36 παρ. 2, 38 παρ. 4, 40 παρ. 1 και 2 και 41 του ν. 4009/2011, αντιστοίχως).

Υπό τα δεδομένα αυτά, στην εδώ εξεταζόμενη περίπτωση, η αναφορά σε μεταφορά-αναγνώριση πιστωτικών μονάδων, είναι δυνατόν να προσεγγισθεί μόνον υπό μια έννοια «αναγνώρισης» εκ μέρους του αλλοδαπού ιδρύματος, γνώσεων ή επιδόσεων οι οποίες αποκτήθηκαν στο πλαίσιο προηγούμενων σπουδών σε ημεδαπά ΑΕΙ, η οποία οδήγησε σε κατάταξη σε μη εισαγωγικό έτος ή εξάμηνο του προγράμματος σπουδών «Ελληνικό Δίκαιο» του εν λόγω αλλοδαπού ιδρύματος.

Τούτο διότι, η άθροιση και σώρευση πιστωτικών μονάδων από σπουδές σε διάφορα Τμήματα ΑΕΙ της ημεδαπής στην οποία γίνεται αναφορά στο πλαίσιο των προκειμένων ερωτημάτων, στηρίζεται σε πιστοποιητικά αναλυτικής βαθμολογίας των οικείων Τμημάτων των ημεδαπών ΑΕΙ, τα οποία δεν θα μπορούσαν παρά να έχουν το χαρακτήρα πιστοποιητικών τα οποία εκδόθηκαν για γενική χρήση. Σε διαφορετική περίπτωση, θα έπρεπε να συνοδεύονται από τη σειρά των λοιπών εγγράφων τεκμηρίωσης στην οποία έχει γίνει εκτενής αναφορά παραπάνω και τα οποία συντάσσονται υποχρεωτικώς στην περίπτωση ύπαρξης πρωτοκόλλων συνεργασίας μεταξύ ημεδαπών ΑΕΙ και ομοταγών ιδρυμάτων της αλλοδαπής (στην πλειοψηφία τους τα έγγραφα αυτά συντάσσονται πριν την αναχώρηση του φοιτητή, με τη συμμετοχή των αρμοδίων Συντονιστών κάθε ΑΕΙ, στους οποίους άλλωστε δύνανται και υποχρεούνται να προσφεύγουν οι φοιτητές προκειμένου να λαμβάνουν πληροφορίες, συνδρομή και κατευθύνσεις για κάθε ζήτημα σχετικό με τα προγράμματα σπουδών και τη μεταφορά και αναγνώριση πιστωτικών μονάδων).

Ανεξαρτήτως του ζητήματος της εννοιολογικής προσέγγισης της εδώ εξεταζόμενης αναγνώρισης-μεταφοράς μονάδων, από το ιστορικό που προεκτέθηκε καθίσταται αναμφισβήτητο ότι η εν λόγω μεταφορά-αναγνώριση συνίσταται, εν τοις πράγμασι, σε άθροιση-σώρευση πιστωτικών μονάδων οι οποίες «μεταφέρθηκαν ή αναγνωρίσθηκαν» ως αποκτηθείσες από μαθήματα τα οποία εντάσσονται σε διάφορα προγράμματα σπουδών διαφόρων Σχολών και Τμημάτων ΑΕΙ της ημεδαπής. Τα προγράμματα αυτά σπουδών, ακόμη και σε περίπτωση ολοκλήρωσής τους δεν οδηγούν σε απονομή πτυχίου Νομικής στην ημεδαπή. Η άθροιση-σώρευση δε αυτή οδήγησε στις περιπτώσεις για τις οποίες διατέθηκαν στοιχεία, σε συμπλήρωση του αριθμού των 240 πιστωτικών μονάδων στις οποίες αντιστοιχεί το πρόγραμμα σπουδών «Ελληνικό Δίκαιο» του αλλοδαπού ιδρύματος και σε απονομή του εν λόγω πτυχίου Νομικής «Ελληνικού Δικαίου» σε χρόνο σημαντικά μικρότερο των τεσσάρων ετών που προβλέπεται ως διάρκεια του προγράμματος αυτού, και, στις περισσότερες από αυτές, σε δυο έτη.

γ) Σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την οργάνωση των προγραμμάτων σπουδών στην Ελλάδα, οι κύκλοι σπουδών των ημεδαπών ΑΕΙ οργανώνονται στη βάση προγραμμάτων σπουδών τα οποία περιλαμβάνουν μαθήματα υποχρεωτικά και μαθήματα επιλογής (υποχρεωτικής ή ελεύθερης) τα οποία βρίσκονται σε χρονική αλληλουχία ή αλληλεξάρτηση μεταξύ τους, τελούν σε συνάρτηση με τα μαθησιακά αποτελέσματα και τα προσόντα που αποκτώνται από την ολοκλήρωση του κάθε προγράμματος και αφορούν στο πτυχίο σε απονομή του οποίου στοχεύει το συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών.

Αντιστοίχως, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Μεταφοράς και Συσσώρευσης Πιστωτικών Μονάδων (ECTS), έχει ως βάση τον φόρτο εργασίας τον οποίο απαιτείται να καταβάλει κάθε φοιτητής για να επιτύχει τους αντικειμενικούς στόχους ενός προγράμματος σπουδών, ανάλογα με τα εκάστοτε μαθησιακά αποτελέσματα και τις γνώσεις, ικανότητες και δεξιότητες που επιδιώκεται να αποκτηθούν μετά την επιτυχή ολοκλήρωσή του. Στο πλαίσιο δε αυτό προσδιορίζονται οι πιστωτικές μονάδες οι οποίες μπορούν να αποδοθούν σε αυτοτελή στοιχεία εκάστου προγράμματος σπουδών.

Στο ίδιο πλαίσιο προβλέπεται ότι η ολοκλήρωση συγκεκριμένου προγράμματος σπουδών πραγματοποιείται με την απονομή του αντίστοιχου πτυχίου και ότι προϋποθέσεις της ολοκλήρωσης είναι, αφενός, η επιτυχία σε όσα μαθήματα ορίζεται στο πρόγραμμα ότι πρέπει να έχει επιτύχει ο φοιτητής και, αφετέρου, η συγκέντρωση του απαιτουμένου αριθμού πιστωτικών μονάδων (άρθρα 32, 33 παρ. 12 του ν. 4009/2011 και άρθρο 1 της υπουργικής απόφασης Φ5/89656/Β3/13-08-2007).

Ειδικότερα, στο άρθρο 30 του ν. 4009/2011, προβλέπεται ότι τα προγράμματα σπουδών περιλαμβάνουν σε κάθε ακαδημαϊκό έτος εκπαιδευτικές δραστηριότητες που αντιστοιχούν σε 60 πιστωτικές μονάδες [παρ. 2 στοιχείο (β)]. Προβλέπεται δυνατότητα οργάνωσης προγραμμάτων σύντομου κύκλου σπουδών, με μαθήματα που αντιστοιχούν κατά μέγιστο σε 120 πιστωτικές μονάδες, ορίζεται, όμως, ότι η ολοκλήρωση των προγραμμάτων αυτών οδηγεί σε απονομή πιστοποιητικού σπουδών, το οποίο δεν είναι ισότιμο με τίτλο σπουδών πρώτου κύκλου [παρ. 2 στοιχείο (γ)].

Στο άρθρο 32 παρ. 4 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι ο φόρτος εργασίας που αποτιμάται σε εξήντα (60) πιστωτικές μονάδες κατά τη διάρκεια ενός ακαδημαϊκού έτους, κατανέμεται ανά εξάμηνο σε τριάντα (30) πιστωτικές μονάδες και ανά τρίμηνο σε είκοσι (20) πιστωτικές μονάδες (ιδ. και άρθρο 1 παρ. 3 της Φ5/89656/Β3/13-08- 2007 για παρέκκλιση μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις εντατικών προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών στις οποίες ένα ακαδημαϊκό έτος περιλαμβάνει, κατά μέσο, όρο 46 έως 52 πλήρεις εβδομάδες και μπορεί να αποτιμάται σε 75 πιστωτικές μονάδες).

δ) Από τα διατεθέντα στην προκειμένη περίπτωση στοιχεία προκύπτει ότι στις μεταφερόμενες-αναγνωριζόμενες, και, σε κάθε περίπτωση, τελικώς αθροιζόμενες και σωρευόμενες πιστωτικές μονάδες, περιλαμβάνονται μονάδες οι οποίες αποκτήθηκαν στην ημεδαπή και αφορούν σε μαθήματα χαρακτηριζόμενα ως μαθήματα «Γενικής Εκπαίδευσης» ή «Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών», χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του τίτλου ή του γνωστικού περιεχομένου τους (εκτός των περιπτώσεων στις οποίες γίνεται αναφορά σε γνώσεις εφαρμογών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών).

Δεν προκύπτει εάν, στο πλαίσιο της έκδοσης αποφάσεων αναγνώρισης ισοτιμίας και αντιστοιχίας του κρισίμου αλλοδαπού πτυχίου τις οποίες αναφέρει ο ΔΟΑΤΑΠ ότι είχε εκδώσει πριν την υιοθέτηση της κρίσιμης αντιθέτου περιεχομένου απόφασης της Ολομελείας του ΔΣ αυτού, είχαν λάβει χώρα εκτιμήσεις αναφορικά με ζητήματα χρονικής αλληλουχίας ή αλληλεξάρτησης των μαθημάτων στα οποία αντιστοιχούσαν οι κρίσιμες πιστωτικές μονάδες (περιλαμβανομένων μαθημάτων επιλογής), και τα οποία εντάσσονται σε προγράμματα σπουδών ημεδαπών ΑΕΙ που δεν έχουν ως στόχο την επίτευξη των μαθησιακών αποτελεσμάτων και την απόκτηση των προσόντων τα οποία απαιτούνται για την απονομή πτυχίου Νομικής.

ε) Από την επισκόπηση της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, συνάγεται ότι δεν έχουν αντιμετωπισθεί από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, τα ειδικότερα ζητήματα τα οποία ανακύπτουν εν προκειμένω αναφορικά με συνεκτίμηση σπουδών της ημεδαπής με σπουδές της αλλοδαπής. Τα ζητήματα αυτά συνδέονται με συνυπολογισμό ο οποίος στην απόφαση 153/05-09-2014 της Ολομελείας του ΔΣ του ΔΟΑΤΑΠ και τα έγγραφα του ερωτήματος προσδιορίζεται ως μεταφορά-αναγνώριση πιστωτικών μονάδων, από φοίτηση σε διάφορες Σχολές και Τμήματα ημεδαπών ΑΕΙ (η οποία δεν είχε ολοκληρωθεί και δεν είχε οδηγήσει σε απονομή πτυχίου) προς το σκοπό κατάταξης σε προχωρημένο και, πάντως, σε μη αρχικό έτος ή εξάμηνο, τετραετούς προγράμματος σπουδών «Ελληνικό Δίκαιο» του αλλοδαπού εκπαιδευτικού ιδρύματος. Συνδέονται επίσης με το γεγονός ότι οι πιστωτικές αυτές μονάδες αφορούν σε διάφορα μαθήματα, ο ακριβής τίτλος και το ακριβές περιεχόμενο των οποίων δεν προκύπτει από τα πιστοποιητικά σπουδών τα οποία συνοδεύουν τα παρασχεθέντα αντίγραφα του αλλοδαπού τίτλου σπουδών. Ομοίως, με το ότι, στις περιπτώσεις για τις οποίες κατέστησαν διαθέσιμα στοιχεία από τον ΔΟΑΤΑΠ, δεν προκύπτει το ακριβές χρονικό σημείο κατάταξης, αφού ο χρόνος κατάταξης προσδιορίζεται άλλοτε με αναφορά σε συγκεκριμένο μήνα (π.χ. Φεβρουάριο, Οκτώβριο) και άλλοτε με αναφορά σε χρονική περίοδο (πχ. Άνοιξη, Φθινόπωρο), με συνέπεια να μην είναι σαφές εάν νοείται κατάταξη στην αρχή ή σε άλλο χρονικό σημείο εαρινού ή χειμερινού εξαμήνου ή κατάταξη σε τετράμηνο (ιδ. και περίπτωση έκδοση βεβαίωσης για διάρκεια σπουδών από «Φθινοπωρινό Τετράμηνο 2012 – Θερινή Περίοδο 2014», παραπάνω, σημείο Ι.Γ.).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, κατά κανόνα, πρόκειται για κατάταξη σε τρίτο έτος (είτε περίπου είτε ακριβώς) τετραετούς προγράμματος σπουδών «Ελληνικό Δίκαιο». Ειδικότερα, κατά τα στοιχεία αυτά οι σπουδές στο αλλοδαπό ίδρυμα είχαν διάρκεια, από Άνοιξη του 2012 έως Άνοιξη του 2014, από Φεβρουάριο του 2012 μέχρι Ιούνιο του 2014, από Σεπτέμβριο του 2012 έως Ιούνιο του 2014, από Οκτώβριο 2012 έως Ιούνιο 2014 κλπ. (σε ορισμένες από τις περιπτώσεις αυτές αναφέρεται ως ημερομηνία η 6η Ιουνίου 2014). Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση προηγούμενων σπουδών σε ημεδαπή Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία, στην οποία οι σπουδές στο αλλοδαπό ίδρυμα διήρκεσαν από Σεπτέμβριο 2011 έως Ιούνιο 2014.

Ειδικότερα:

Από το ιστορικό προκύπτουν περιπτώσεις φοίτησης στο αλλοδαπό ίδρυμα, όπως:

- από Άνοιξη 2012 έως Άνοιξη 2014, με απόκτηση 173 πιστωτικών μονάδων
- από Άνοιξη 2012 έως Ιούνιο 2014, με απόκτηση 195 πιστωτικών μονάδων, οι
οποίες αθροίστηκαν με 53 μεταφερθείσες

- από Άνοιξη 2012 έως Ιούνιο 2014, με απόκτηση 185 πιστωτικών μονάδων, οι
οποίες αθροίστηκαν με 65 μεταφερθείσες
-

από Σεπτέμβριο 2012 έως Ιούνιο 2014, με απόκτηση 169 πιστωτικών μονάδων,
οι οποίες αθροίστηκαν με 81 μεταφερθείσες

- από Σεπτέμβριο 2012 έως Ιούνιο 2014, με απόκτηση 121 πιστωτικών μονάδων, σε δύο περιπτώσεις, οι οποίες αθροίστηκαν, αντιστοίχως, με 127 και με 128 μεταφερθείσες.

Από τις ενδεικτικές αυτές αναφορές συνάγεται ότι, σε χρονικό διάστημα δύο ετών ή περίπου ίσο με δύο έτη, αποκτήθηκαν στο αλλοδαπό ίδρυμα πιστωτικές μονάδες οι οποίες θα αντιστοιχούσαν σε δύο έως και τρία περίπου ακαδημαϊκά έτη σπουδών της ημεδαπής, με βάση τις διατάξεις περί κατανομής των πιστωτικών μονάδων των προγραμμάτων σπουδών τετραετούς διάρκειας σε εξήντα (60) ανά ακαδημαϊκό έτος. Από την αναφερόμενη στα σχετικά πιστοποιητικά αναλυτικής βαθμολογίας κατανομή των μονάδων αυτών, προκύπτει, σε ορισμένες περιπτώσεις, απόκτηση άνω των 60 πιστωτικών μονάδων σε ακαδημαϊκό έτος (έως και 78 ή έως και 96) και άνω των 30 πιστωτικών μονάδων (έως και 40) ανά εξάμηνο. Από τα παραπάνω σε συνδυασμό με τον προαναφερθείσες διαφοροποιήσεις σχετικά με τον προσδιορισμό της έναρξης ή λήξης των σπουδών με αναφορά σε συγκεκριμένο μήνα ή με αναφορά σε χρονική περίοδο εξαμήνου ή τετραμήνου, προκύπτουν χαρακτηριστικά εξατομικευμένης διάρκειας σπουδών ή απόκτησης πιστωτικών μονάδων κατά τη διάρκεια αυτών.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι πιστωτικές μονάδες οι οποίες αποκτήθηκαν στο αλλοδαπό ίδρυμα, όπως δίδεται και προκύπτει από τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, αντιστοιχούν σε μαθήματα ελληνικού δικαίου. Οι μονάδες δε αυτές, αθροιζόμενες με πιστωτικές μονάδες αντιστοιχούσες σε διάφορα μαθήματα τα οποία αφορούν σε διάφορά ημεδαπά προγράμματα σπουδών, τα οποία δεν αποτελούν προγράμματα σπουδών Τμημάτων Νομικής και η ολοκλήρωση των οποίων δεν οδηγεί σε απονομή πτυχίου Νομικής, συγκροτούν το σύνολο των 240 πιστωτικών μονάδων οι οποίες αντιστοιχούν στον αλλοδαπό τίτλο σπουδών «πτυχίο στη Νομική» o οποίος αποκτάται στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος σπουδών «Ελληνικό Δίκαιο».

στ) Ενόψει του νομοθετικού πλαισίου που προεκτέθηκε και της πάγιας νομολογίας του ΣτΕ σχετικά με την αναγκαιότητα διαπίστωσης από τον αρμόδιο για την αναγνώριση ισοτιμίας Οργανισμό, ότι ο αλλοδαπός τίτλος σπουδών αποκτήθηκε με διαδικασία και ουσιαστικές προϋποθέσεις ανάλογες με αυτές που ισχύουν στην Ελλάδα και αποδεικνύουν ότι είναι πράγματι της ίδιας αξίας προς ορισμένο αντίστοιχο τίτλο που χορηγείται από ελληνικό ΑΕΙ, κρίσιμες είναι, εν προκειμένω, και οι προβλέψεις της ελληνικής νομοθεσίας αναφορικά με την κατάταξη πτυχιούχων ΑΕΙ σε άλλα Τμήματα ημεδαπών ΑΕΙ.

Οι διατάξεις αυτές παρουσιάζουν χαρακτηριστικά διαχρονικότητας. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 και το άρθρο 4 του ν. 1865/1989, το άρθρο 15 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ν. 3404/2005, όπως αυτά ίσχυσαν διαδοχικώς (και ειδικότερα όπως το εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 15 ίσχυε αρχικώς και μετά το άρθρο 26 παρ.1 του ν. 3467/2006, το οποίο στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του ν. 3794/2009, πριν την κατάργηση του με την παρ. 27 του άρθρου 81 του ν. 4009/2011), δυνατότητα κατάταξης σε Τμήματα ημεδαπών ΑΕΙ παρέχεται σε περίπτωση κατοχής πτυχίου.

Μετά την κατάργηση της δυνατότητας επιλογής από τα ΑΕΙ ανάμεσα σε σύστημα κατάταξης με εξετάσεις ή με βάση το βαθμό πτυχίου, με το άρθρο 81 παρ. 27 του ν. 4009/2011, η κατάταξη πτυχιούχων προϋποθέτει τη συμμετοχή και επιτυχία σε εξετάσεις. Οι κατατακτήριες αυτές εξετάσεις διενεργούνται προς κατάληψη συγκεκριμένου αριθμού θέσεων ο οποίος και καθορίζεται σε ποσοστό επί των εισαγομένων κάθε έτος πρωτοετών φοιτητών και του οποίου δεν επιτρέπεται καμία υπέρβαση.

Σημειώνεται ότι στο άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 3404/2005, όπως αυτό ισχύει μετά το άρθρο 57 του ν. 4009/2011, ορίζεται ότι στο ποσοστό του αριθμού των εισακτέων κατόπιν επιτυχίας σε κατατακτήριες εξετάσεις, περιλαμβάνονται εκτός από πτυχιούχους των ημεδαπών ΑΕΙ και πτυχιούχοι ΑΕΙ του εξωτερικού, αναγνωρισμένων από τον ΔΟΑΤΑΠ.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 5 του νόμου 3404/2005, όπως ισχύει, το εξάμηνο κατάταξης πτυχιούχων σε Τμήμα, ορίζεται από τα αρμόδια όργανα της Σχολής και δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο του 7ου εξαμήνου για Τμήματα Σχολών εξαετούς φοίτησης ή του 5ου εξαμήνου για πενταετή ή τετραετή φοίτηση.

Συναφώς σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την ιστοσελίδα του Τμήματος Νομικής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών «Οι πτυχιούχοι Τμημάτων Α.Ε.Ι εσωτερικού και ισότιμων ιδρυμάτων εξωτερικού (…) κατατάσσονται στο Β ́ εξάμηνο σπουδών και μετά από εξετάσεις, (…) Κατατάξεις στο Α ́ εξάμηνο με βαθμό πτυχίου ή κατάταξη σε άλλο εξάμηνο, μετά από εξετάσεις, δε γίνονται. Οι πτυχιούχοι από ΑΕΙ-Τ.Ε.Ι. εξωτερικού οφείλουν να προσκομίσουν και τη σχετική ισοτιμία ΔΟΑΤΑΠ. Τα εξεταζόμενα μαθήματα και για τις δύο κατηγορίες, είναι: Αρχές Αστικού Δικαίου-Α ́ εξαμήνου, Συνταγματικό Δίκαιο-Α ́ εξαμήνου, Ιστορία Δικαίου-Α ́εξαμήνου (…)».

Σύμφωνα με ανάλογη ανακοίνωση της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, οι κατατακτήριες εξετάσεις πτυχιούχων ΑΕΙ της ημεδαπής και αναγνωρισμένων της αλλοδαπής για το ακαδημαϊκό έτος 2014-2015 θα γίνονταν σε τρία (3) μαθήματα και οι επιτυχόντες θα εγγράφονταν στο Α ́ εξάμηνο σπουδών (απόφαση Γ.Σ. 16/8-4-2014).35

Σύμφωνα με τη με αριθμό 2028/26-05-2014 ανακοίνωση της Νομικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, οι κατατακτήριες εξετάσεις πτυχιούχων ΑΕΙ της ημεδαπής και αναγνωρισμένων από το ΔΟΑΤΑΠ της αλλοδαπής, για το ακαδημαϊκό έτος 2014-2015, θα γίνονταν επίσης σε τρία (3) μαθήματα και οι επιτυχόντες θα εγγράφονταν στο Α ́ εξάμηνο σπουδών.

Υπενθυμίζεται ότι με το προαναφερθέν άρθρο 3 παρ. 28 περιπτ α ́ του ν. 3027/2002, είχε καταργηθεί, από το ακαδημαϊκό έτος 2004-2005, κάθε διάταξη η οποία θα μπορούσε να περιέχει πρόβλεψη για δυνατότητα μετεγγραφής ελλήνων φοιτητών από πανεπιστήμια του εξωτερικού σε πανεπιστήμια του εσωτερικού.

ζ) Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι αποφάσεις του αρμοδίου για την αναγνώριση ισοτιμίας Οργανισμού απαιτείται να είναι αιτιολογημένες, είτε με αυτές γίνονται δεκτά είτε απορρίπτονται αιτήματα για αναγνώριση ισοτιμίας ή/και αντιστοιχίας τίτλων σπουδών της αλλοδαπής. Προκειμένου δε να είναι αιτιολογημένη η σχετική απόφαση πρέπει να διαπιστώνεται, μεταξύ άλλων, ότι αναφορικά με την διάρκεια σπουδών, τη διαδικασία διδασκαλίας και μάθησης, τους όρους αξιολόγησης, προαγωγής και αποφοίτησης οι οποίοι οδήγησαν στην απονομή του προς αναγνώριση αλλοδαπού τίτλου, πληρούνται οι απαιτήσεις των ΑΕΙ της ημεδαπής.

Περαιτέρω, παρά το ότι γίνεται, κατ’ αρχήν, δεκτό ότι είναι κατά νόμο αδιάφορος ο τρόπος εισόδου και η κατάταξη σε ορισμένο έτος σπουδών αλλοδαπού ιδρύματος, βάσει των σχετικών γνώσεων ή της προγενέστερης φοίτησής του ενδιαφερόμενου σε άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα ή σχολές, στις περιπτώσεις που η είσοδος αυτή είναι σύμφωνη με τον κανονισμό του αλλοδαπού ιδρύματος ή το δίκαιο της χώρας στην οποία αυτό βρίσκεται, γίνεται περαιτέρω δεκτό, αφενός, ότι η αρχή αυτή κάμπτεται όταν καταστρατηγείται το άρθρο 16 παρ. 5 και 8 του Συντάγματος και, αφετέρου, ότι νομίμως εξετάζεται το ουσιαστικό επίπεδο των σπουδών ενόψει του προγράμματος σπουδών του αλλοδαπού ΑΕΙ και των συνθηκών διδασκαλίας σε αυτό, προκειμένου να διακριβωθεί εάν ο τελευταίος είναι της ίδιας επιστημονικής αξίας προς τον αντίστοιχο τίτλο που χορηγείται από ίδρυμα της ίδιας επιστημονικής ειδικότητας ή κατεύθυνσης [ιδ., αντί άλλων, ο.π. ΣτΕ 1698/2013, 4319/2012, 1412/2011, 570/2010 (επταμ.)].

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά, επειδή τίθεται ως προϋπόθεση της αναγνώρισης ισοτιμίας η κτήση του αλλοδαπού τίτλου υπό όρους οι οποίοι, αναφορικά με τη διάρκεια σπουδών, τη διαδικασία διδασκαλίας, τους όρους αξιολόγησης, προαγωγής και αποφοίτησης, πληρούν τις απαιτήσεις των ΑΕΙ της ημεδαπής και είναι ανάλογοι με αυτούς που ισχύουν στην Ελλάδα, πρέπει να θεωρηθεί κατ’ αρχήν ότι στις προκείμενες περιπτώσεις του ερωτήματος που αναφέρονται στο ιστορικό, δεν πληρούνται οι απαιτήσεις αυτές και δεν θεμελιώνεται αναλογία του τρόπου εισαγωγής και κατάταξης στο κρίσιμο πρόγραμμα σπουδών «Ελληνικό Δίκαιο» του αλλοδαπού ιδρύματος, προς τα ισχύοντα στα ημεδαπά ΑΕΙ. Συνακολούθως, δεν θα μπορεί να στοιχειοθετηθεί αντιστοιχία προς την ελληνική νομοθεσία του τρόπου κτήσης του κρισίμου αλλοδαπού τίτλου σπουδών «Πτυχίο στη Νομική». Υπό το φως της νομολογίας που προεκτέθηκε, αποδοχή δυνατότητας συνυπολογισμού σπουδών της ημεδαπής με σπουδές της αλλοδαπής, υπό την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό εν προκειμένω, θα προσέκρουε στην απαίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχείο (α) του ν. 3328/2005 για κτήση του αλλοδαπού τίτλου υπό όρους οι οποίοι πληρούν τις απαιτήσεις των ΑΕΙ της ημεδαπής, καθώς η κατάταξη η οποία δίδεται ότι λαμβάνει χώρα ισοδυναμεί, κατ’ ουσίαν, με προαγωγή κατά δύο περίπου έτη σπουδών στο πλαίσιο του αλλοδαπού προγράμματος σπουδών «Ελληνικό Δίκαιο», το οποίο ουσιαστικά ζητείται να αναγνωρισθεί ως ταυτιζόμενο ή αντίστοιχο με τα τετραετούς διάρκειας προγράμματα σπουδών των Τμημάτων Νομικής των ελληνικών ΑΕΙ. Η προαγωγή δε αυτή στηρίζεται σε συνυπολογισμό εκ μέρους του αλλοδαπού ΑΕΙ σπουδών ή πιστωτικών μονάδων οι οποίες αφορούν σε μαθήματα διδασκόμενα στο πλαίσιο προγραμμάτων σπουδών Τμημάτων ημεδαπών ΑΕΙ τα οποία δεν οδηγούν στην απονομή πτυχίου Νομικής αλλά επιδιώκουν την επίτευξη άλλων μαθησιακών αποτελεσμάτων και έχουν ως στόχο την απόκτηση διαφορετικών προσόντων και όχι των προσόντων του κατόχου πτυχίου Νομικής. Σύμφωνα δε με όσα αναφέρθηκαν, τα αρμόδια όργανα των Τμημάτων Νομικής των ημεδαπών ΑΕΙ, κρίνουν ότι, ακόμη και σε περίπτωση επιτυχούς ολοκλήρωσης προγραμμάτων σπουδών της ημεδαπής (και της αλλοδαπής) και ανεξαρτήτως του βαθμού ύπαρξης νομικών μαθημάτων σε τέτοια προγράμματα, δεν είναι δυνατή η (κατόπιν επιτυχίας σε κατατακτήριες εξετάσεις) ολοκλήρωση ημεδαπού προγράμματος σπουδών Νομικής, σε δύο ή τρία έτη.

η) Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι η οργάνωση και παροχή προγράμματος σπουδών δικαίου παρουσιάζει ιδιαιτερότητες σε κάθε κράτος, καθώς το γνωστικό αντικείμενο των σπουδών Νομικής δεν είναι ενιαίο, ενόψει των διαφορών των εθνικών εννόμων τάξεων. Οι διαδικασίες θέσπισης, το περιεχόμενο του δικαίου για το οποίο κάθε φορά πρόκειται όπως και η ερμηνεία και εφαρμογή του, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την χώρα στην οποία ισχύει το δίκαιο στο οποίο αφορά το πρόγραμμα το οποίο παρέχεται στο πλαίσιο της εκεί οργάνωσης των σπουδών Νομικής. Τούτο προσδίδει όλως ιδιαίτερο χαρακτήρα στην Νομική επιστήμη, ο οποίος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρουσιάζει αναλογία με άλλες επιστήμες, το γνωστικό αντικείμενο των οποίων έχει διεθνή ή παγκόσμιο χαρακτήρα ή με επιστήμες οι οποίες αφορούν σε γνώσεις οι οποίες συνιστούν μέρος του παγκόσμιου πνεύματος όπως π.χ. οι κλασσικές σπουδές ή οι διάφορες εθνικές φιλολογίες, οι οποίες, άλλωστε, διδάσκονται σε ακαδημαϊκό επίπεδο σε διάφορες χώρες και προς το σκοπό στελέχωσης των βαθμίδων του εκπαιδευτικού συστήματος τους.

θ) Από το συνδυασμό των παραπάνω και όσων έχουν αναφερθεί σε σχέση με το ειδικότερο περιεχόμενο των ρυθμίσεων και το σκοπό του νόμου 3328/2005, ο οποίος συνίσταται στην υπαγωγή σε εξέταση με βάση τα προβλεπόμενα σ’ αυτόν κριτήρια και τη σχετική νομολογία του ΣτΕ, τίτλων σπουδών της αλλοδαπής οι οποίοι απονεμήθηκαν στο πλαίσιο της εκεί οργάνωσης των ακαδημαϊκών σπουδών, προκειμένου να διαπιστωθεί η από ακαδημαϊκή άποψη αξία και το περιεχόμενό τους σε σχέση με τους τίτλους σπουδών τους οποίους απονέμουν τα ΑΕΙ της ημεδαπής στην αντίστοιχη επιστήμη, προκύπτει ότι δεν θα μπορούσε να υπαχθεί στο σκοπό και το ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων περί ακαδημαϊκής ισοτιμίας, τίτλος σπουδών της αλλοδαπής με αντικείμενο δίκαιο το οποίο συνιστά αλλοδαπό στη χώρα των σπουδών και το οποίο είναι το ημεδαπό δίκαιο στην Ελλάδα, ως χώρα υποδοχής του αλλοδαπού τίτλου.

Τούτο διότι, πραγματικό πεδίο εξέτασης και εφαρμογής των κριτηρίων τα οποία προβλέπονται στην ελληνική νομοθεσία και νομολογία για την αναγνώριση ισοτιμίας αλλοδαπών τίτλων, υφίσταται στην περίπτωση τίτλων οι οποίοι έχουν απονεμηθεί στο πλαίσιο της οικείας εκπαίδευσης της χώρας προέλευσης στη Νομική επιστήμη, και παρέχεται μόνον στην περίπτωση σύγκρισης πτυχίου Νομικής με αντικείμενο το δίκαιο αλλοδαπής πολιτείας, προς τους τίτλους οι οποίοι απονέμονται στο πλαίσιο της οργάνωσης της οικείας εκπαίδευσης στην Ελλάδα στην αντίστοιχη επιστήμη, η οποία στον τομέα της Νομικής επιστήμης, είναι το ελληνικό δίκαιο. Υπό την έννοια αυτή εξετάζεται η αναγνώριση αλλοδαπού πτυχίου Νομικής ως ισότιμου με πτυχίο Νομικής το οποίο απονέμουν τα ημεδαπά ΑΕΙ και όχι ως σύγκριση πτυχίων τα οποία αφορούν στο ημεδαπό δίκαιο.

Άλλωστε, σύμφωνα με την αναφερόμενη στο σημείο ΙΙΙ.Α. νομολογία, οι διαφορές μεταξύ των εθνικών εννόμων τάξεων, δικαιολογούν την συγκριτική εξέταση αλλοδαπών πτυχίων Νομικής προς εκείνα της χώρας υποδοχής [ιδ., ο.π., απόφαση ΔΕΚ της 07-05-1991, υποθ. Βλασσοπούλου, κυρίως σκέψεις 17 επ., καθώς και την αναφορά στη σκέψη 7 της ΣτΕ (Ολομ.) 2771/2011 σε διαφορές ως προς την αντίστοιχη εκπαίδευση των κρατών προέλευσης και υποδοχής του τίτλου].

Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως της αρμοδιότητας κάθε αλλοδαπής πολιτείας για οργάνωση των σπουδών και των προγραμμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε αυτήν, με δεδομένο ότι, κατά το άρθρο 165 της ΣΛΕΕ, η αναγνώριση ακαδημαϊκής ισοτιμίας και αντιστοιχίας των τίτλων σπουδών εμπίπτει επίσης στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών [ιδ. ο.π. ΣτΕ 3375/2013, 1698/2013, 3900/2012, 2771/2011 (Ολομ.) 3451/2011, 567/2010 (επταμ.), και τις εκεί παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΕ, καθώς και 3457/1998 (Ολομ.), 2274/1990 (Ολομ.) κά], αναγνώριση από τον αρμόδιο ελληνικό Οργανισμό, ισοτιμίας ενός τίτλου σπουδών ο οποίος αποκτάται στην αλλοδαπή στο πλαίσιο ενός τετραετούς προγράμματος σπουδών «Ελληνικού Δικαίου», θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση του άρθρου 16 παρ. 5 και 8 του Συντάγματος και του ν. 3328/2005 που διέπουν την αναγνώριση ισοτιμίας τίτλων σπουδών της αλλοδαπής, καθώς και των λοιπών διατάξεων εθνικού δικαίου οι οποίες διέπουν την παροχή σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα από αυτοδιοικούμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και την οργάνωση των προγραμμάτων σπουδών από τα τελευταία, κατά τα οριζόμενα στην ελληνική νομοθεσία.

Εξάλλου, συνυπολογισμός όπως ο κρίσιμος εν προκειμένω, δεν θα εύρισκε έρεισμα στο εφαρμοζόμενο σε επίπεδο ΕΧΑΕ Σύστημα Μεταφοράς και Σώρευσης Πιστωτικών Μονάδων (ECTS) το οποίο αφορά, κατά βάση, στη μετακίνηση φοιτητών και στην αναγνώριση περιόδων σπουδών στο πλαίσιο προγραμμάτων συνεργασίας, άλλως θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση του συστήματος αυτού.

Τούτο διότι, ακόμη και σε περίπτωση χρησιμοποίησης του συστήματος αυτού εκτός πλαισίου προγραμμάτων συνεργασίας, υπό τη μορφή ενός εργαλείου για αποτίμηση γνώσεων οι οποίες αποκτήθηκαν στο πλαίσιο προηγούμενων σπουδών, δεν θα μπορούσαν να παραγνωρισθούν οι θεμελιώδεις αρχές οι οποίες το διέπουν. Στις αρχές αυτές περιλαμβάνεται η απόδοση πιστωτικών μονάδων, ακόμη και σε αυτοτελή εκπαιδευτικά συστατικά στοιχεία ενός συγκεκριμένου προγράμματος σπουδών, σε συνάρτηση με τα εκάστοτε επιδιωκόμενα μαθησιακά αποτελέσματα και τις γνώσεις, ικανότητες και δεξιότητες οι οποίες επιδιώκεται να αποκτηθούν μετά την επιτυχή ολοκλήρωση αυτού του προγράμματος σπουδών.

Κατ’ ακολουθία τούτων, αναγνώριση ισοτιμίας πτυχίων τα οποία απονεμήθηκαν στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος σπουδών και, μάλιστα, με συνυπολογισμό σπουδών ή άθροιση πιστωτικών μονάδων οι οποίες αφορούν σε σπουδές ή μαθήματα από διάφορα Τμήματα ελληνικών ΑΕΙ – οι οποίες δεν επιδιώκουν την επίτευξη μαθησιακών αποτελεσμάτων τα οποία αφορούν στην απόκτηση πτυχίου Νομικής και ακόμη και σε περίπτωση ολοκλήρωσής τους δεν οδηγούν σε απονομή πτυχίου Νομικής – που έχει ως συνέπεια τη μείωση του χρόνου απονομής πτυχίου Νομικής «Ελληνικού Δικαίου» από αλλοδαπό ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα, θα συνιστούσε επίσης καταστρατήγηση της νομοθεσίας για κατάταξη των πτυχιούχων των ημεδαπών ΑΕΙ, όπως και των πτυχιούχων ομοταγών αλλοδαπών ΑΕΙ, σε ημεδαπά ΑΕΙ, θίγοντας τις αρχές της ισότητας, των ίσων ευκαιριών και της αξιοκρατίας.

Κατά την αποκλίνουσα γνώμη της Νομικού Συμβούλου Ευγενίας Βελώνη: «Το γεγονός ότι πτυχίο εκδόθηκε από το ως άνω αλλοδαπό Πανεπιστήμιο και αφορά στο γνωστικό αντικείμενο του ελληνικού δικαίου δεν αποτελεί νόμιμη αιτία για την εκ προοιμίου μη αναγνώρισή του από τον ΔΟΑΤΑΠ. Στο μέτρο λοιπόν που το αντικείμενο του επίδικου Προγράμματος Σπουδών είναι, από πλευράς διδακτικού προσωπικού, μόνον η διδασκαλία του ελληνικού δικαίου και η επιστημονική έρευνα, από πλευράς δε φοιτητών, η απόκτηση γνώσεων σε αυτό το αντικείμενο και η εισαγωγή στην επιστημονική μελέτη – έρευνα, και εφόσον περαιτέρω ο έλληνας νομοθέτης (συντακτικός και κοινός) δεν έχει προβλέψει διάταξη που να περιορίζει τη διδασκαλία – μελέτη του ελληνικού δικαίου εντός της Ελληνικής Επικράτειας, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η λειτουργία τέτοιου Προγράμματος Σπουδών συνιστά καταστρατήγηση κάποιας διάταξης. Αντιθέτως, η θέση του έλληνα συντακτικού νομοθέτη είναι ότι «… η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες …» (άρθρο 16 παρ. 1), η διάταξη δε αυτή ασφαλώς δεν δεσμεύει τον Κύπριο νομοθέτη σε ό,τι αφορά τα λειτουργούντα στην Κύπρο πανεπιστημιακά ιδρύματα, πλην όμως καταδεικνύει ότι η Ελληνική Πολιτεία δεν αποδέχεται μία κτητική και μονοπωλιακή στάση έναντι της επιστήμης, συμπεριλαμβανομένης και αυτής του δικαίου, ανεξαρτήτως του ιδιαίτερου χαρακτήρα αυτής και της μη αναλογίας της με άλλες επιστήμες, εφόσον σε τέτοιου είδους διάκριση δεν προβαίνει ο ίδιος ο νομοθέτης, στάση η οποία, άλλωστε, είναι ασυμβίβαστη με την ίδια την έννοια της «επιστήμης» και της «έρευνας».

Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο αιτών την αναγνώριση αλλοδαπού τίτλου σπουδών νομικής έχει διανύσει ένα μέρος των σπουδών του σε ελληνικό ΑΕΙ το οποίο δεν οδηγεί σε απονομή πτυχίου νομικής, το δε αλλοδαπό Πανεπιστήμιο αναγνώρισε τις σχετικές πιστωτικές μονάδες, γιατί θεώρησε ότι η ύλη που διδάχθηκε στο ελληνικό ΑΕΙ καλύπτει την συναφή ύλη που θα διδασκόταν στο ίδιο, και δεν τον υποχρέωσε να επαναλάβει τα σχετικά μαθήματα, δεν αποτελεί νόμιμο λόγο για την εκ προοιμίου απόρριψη του αιτήματος αναγνώρισης. Τούτο δε, διότι ναι μεν το άρθρο 4 παρ. 1 (β) του ν. 3328/2005 αναφέρεται σε «ομοταγή» ιδρύματα, προφανώς δε ο όρος «ομοταγές» αναφέρεται σε ιδρύματα που λειτουργούν στο εξωτερικό, για την ερμηνεία όμως της σχετικής διάταξης ιδιαίτερα κρίσιμος είναι ο σκοπός του νομοθέτη. Είναι δε ο σκοπός του νομοθέτη να εξασφαλίσει ότι ο υπό εξέταση τίτλος σπουδών αποτελεί επιστέγασμα σπουδών που διανύθηκαν στο σύνολό τους σε ίδρυμα του εξωτερικού που είναι όμοιας τάξης με τα ελληνικά ΑΕΙ, τα οποία ο νομοθέτης έχει αναγάγει σε πρότυπο αναφοράς και ως προς την ποιότητα των σπουδών που παρέχουν δεν αμφιβάλει. Συνεπώς, όταν μέρος των σπουδών έχει διανυθεί στην ελληνική επικράτεια σε ΑΕΙ που αποτελεί ν.π.δ.δ. και λειτουργεί σύμφωνα με τους νόμους της ελληνικής Πολιτείας, δεν δικαιολογείται δυσπιστία του νομοθέτη και, γενικότερα, της Πολιτείας ως προς την ποιότητα των σπουδών και, αυτό και μόνο το γεγονός, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει νόμιμη αιτία για την απόρριψη αιτήματος αναγνώρισης. Συναφώς επισημαίνεται ότι η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας που, προκειμένου περί αναγνώρισης αλλοδαπού τίτλου σπουδών, απαιτούσε το σύνολο των σπουδών να έχει διανυθεί στο εξωτερικό και σύμφωνα με την οποία δεν ήταν δυνατή η αναγνώριση τίτλων σπουδών που είχαν απονεμηθεί από αλλοδαπά Πανεπιστήμια πλην όμως ένα μέρος των σπουδών είχε διανυθεί στην Ελλάδα σε παραρτήματα των ξένων Πανεπιστημίων που δεν είχαν τη μορφή ν.π.δ.δ., δεν αφορά την υπό κρίση περίπτωση. Γιατί εκεί μεν υπήρχε καταστρατήγηση του άρθρου 16 παρ. 8, εδάφιο β’, του Συντάγματος, -και εκεί εντοπιζόταν η αιτιολογία της μη αναγνώρισης-, ενώ στην υπό κρίση περίπτωση συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: δηλαδή ένα μέρος των σπουδών έχει διανυθεί σε ελληνικό ΑΕΙ.

Τέλος, οι διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας που αφορούν στη λειτουργία των ελληνικών ΑΕΙ, καθώς και οι διατάξεις εκείνες που αφορούν στις κατατακτήριες εξετάσεις για τα ελληνικά ΑΕΙ και στις μετεγγραφές φοιτητών του εξωτερικού σε αυτά, δεν καταστρατηγούνται από το γεγονός σπουδής του ελληνικού δικαίου σε αλλοδαπό ΑΕΙ, γιατί σκοπός των εν λόγω διατάξεων δεν είναι να περιορίσει τον αριθμό των προσώπων που θα σπουδάσουν το ελληνικό δίκαιο, αλλά τον αριθμό των προσώπων που θα σπουδάσουν ελληνικό δίκαιο στις Νομικές Σχολές της ημεδαπής, ο περιορισμός δε αυτός υπαγορεύθηκε λόγω των πεπερασμένων δυνατοτήτων υποδοχής φοιτητών στις Σχολές αυτές.

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, κατά τη διαδικασία αναγνώρισης της ισοτιμίας αλλοδαπού πτυχίου Νομικής «Ελληνικού Δικαίου», χρόνος φοίτησης που διανύθηκε σε Ελληνικό ΑΕΙ, υπολογιζόμενος σε ακαδημαϊκά έτη, εξάμηνα ή διδακτικές μονάδες, δύναται, κατ’ αρχήν, να ληφθεί υπόψη, αρκεί η είσοδος και η κατάταξη του αποκτήσαντος τον τίτλο στο ομοταγές ως άνω αλλοδαπό ίδρυμα να έγινε σύμφωνα με τον κανονισμό του και την ισχύουσα νομοθεσία (θέση και της ΔΕΑ 1108/2014), εναπόκειται δε στην ουσιαστική εκτίμηση των οργάνων του ΔΟΑΤΑΠ, εάν ο προς αναγνώριση τίτλος σπουδών πιστοποιεί επιτυχή ολοκλήρωση προγράμματος σπουδών της νομικής επιστήμης και ειδικότερα του ελληνικού δικαίου της αυτής επιστημονικής αξίας και περιεχομένου σε σχέση με τους απονεμόμενους από τα ΑΕΙ της ημεδαπής αντίστοιχους τίτλους. Στο πλαίσιο αυτό, τα όργανα του ΔΟΑΤΑΠ οφείλουν να εξετάσουν επισταμένως και να λάβουν υπόψη και τον χρόνο φοίτησης τον οποίο έχει διανύσει ο κάτοχος του αλλοδαπού τίτλου στο ημεδαπό Πανεπιστήμιο και να ερευνήσουν το ουσιαστικό επίπεδο των σπουδών που πραγματοποίησε σ’ αυτό, ως αντίστοιχων ή μη των οικείων ημεδαπών ΑΕΙ (Νομικών Σχολών).»

Α.2. Επί του δευτέρου ερωτήματος

Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι αποφάσεις περί αναγνώρισης ισοτιμίας, αντιστοιχίας και βαθμολογικής αντιστοιχίας τίτλων που δεν πληρούσαν τις προαναφερθείσες απαιτήσεις της νομοθεσίας σχετικά με τις προϋποθέσεις και τους όρους αναγνώρισης ισοτιμίας και αντιστοιχίας αλλοδαπού τίτλου σπουδών, πάσχουν και δεν είναι νόμιμες, δεν παύουν πάντως να παράγουν έννομα αποτελέσματα φέροντας το τεκμήριο νομιμότητας μέχρι την τυχόν ανάκλησή τους.

Σύμφωνα με το άρθρο μόνο παρ. 1 του αναγκαστικού νόμου 261/1968 (Α` 12): «Ατομικαί διοικητικαί πράξεις, εκδοθείσαι κατά παράβασιν νόμου, ανακαλούνται υπό της Διοικήσεως ελευθέρως και άνευ οιασδήποτε διά το Δημόσιον συνεπείας, εντός ευλόγου από της εκδόσεως αυτών χρόνου. Επιφυλασσομένων των ειδικώς, άλλως οριζουσών, διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, χρόνος, ήσσων της 5ετίας τουλάχιστον από της εκδόσεως των κατά τα άνω ανακλητέων πράξεων, εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να θεωρηθή ως μη εύλογος προς ανάκλησιν, ανεξαρτήτως τυχόν κτήσεως υπό τρίτων βάσει αυτών οιουδήποτε δικαιώματος».

Όπως γίνεται δεκτό, η διοίκηση έχει διακριτική ευχέρεια και αντίστοιχο δικαίωμα να ανακαλεί παράνομες πράξεις της, εφόσον πράττει τούτο εντός ευλόγου χρόνου από την έκδοση της ανακαλούμενης πράξης και υπό τον όρο της αιτιολόγησης της ενέργειας της αυτής. Η αιτιολόγηση πρέπει να είναι πλήρης και να διαλαμβάνει αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά ή στοιχεία η ύπαρξη ή η έλλειψη των οποίων στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε συνάρτηση με το ισχύον κατά την έκδοση της ανακαλούμενης πράξης νομοθετικό καθεστώς, θεμελιώνει την διαπιστούμενη μη νομιμότητα της πράξης και τη συνδρομή νομίμου λόγου ανάκλησης. Η αντικειμενική έλλειψη των νομίμων προϋποθέσεων έκδοσης μιας διοικητικής πράξης, θεμελιώνει νόμιμο λόγο ανάκλησης. Όταν συντρέχουν ζητήματα συνδεόμενα με υποκειμενική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου, πρέπει αυτός να καλείται πριν την έκδοση τέτοιας πράξης. Εξ άλλου, ως εύλογος χρόνος εντός του οποίου μπορεί η διοίκηση να ασκήσει την ευχέρεια να ανακαλέσει παράνομη διοικητική πράξη είναι οπωσδήποτε, κατ` αρχήν, ο γενικώς οριζόμενος με το άρθρο μόνο του αναγκαστικού νόμου 261/1968, δηλαδή η πενταετία, εκτός εάν ειδική διάταξη νόμου προβλέπει συντομότερο χρόνο εντός του οποίου και μόνο επιτρέπεται η ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης. Αν η πάροδος χρόνου μεγαλυτέρου της πενταετίας υπερβαίνει τον εύλογο για την ανάκληση χρόνο, είναι ζήτημα που κρίνεται από το Δικαστήριο κατά περίπτωση, βάσει των γενικών αρχών οι οποίες διέπουν την ανάκληση των διοικητικών πράξεων. Επισημαίνεται ότι οι λόγοι ανάκλησης πρέπει να διαλαμβάνονται σαφώς στην σχετική πράξη, καθώς Δικαστήριο το οποίο θα επιλαμβανόταν ενδίκου βοηθήματος κατ’ αυτής δεν θα μπορούσε να προβεί σε διατύπωση τέτοιων λόγων ή σε αντικατάστασή τους με άλλους νόμιμους λόγους ανάκλησης (ΣτΕ 110/2014, 384/2012, 632/2010, 2919/2007, 227/2006, 2566/2002, 1013/2001).

Περαιτέρω, η διοίκηση μπορεί να ανακαλέσει πράξεις της οι οποίες δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις, για λόγους δημόσιου συμφέροντος, και μετά την πάροδο του ευλόγου χρόνου με παράθεση ειδικής αιτιολογίας [ιδ. αντί άλλων, ΣτΕ 1016/2013, 2695/2012, 612/2012, 3445/2007, 2010/2000, 3569/1998, 2403/1997, 41/1996 (ανάκληση πτυχίου από ΑΕΙ λόγω μη επιτυχίας σε ένα μάθημα), 3554/1988].

Εξάλλου σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου σε κάποια περίπτωση, δεν θεμελιώνει αντίστοιχο δικαίωμα άλλου προσώπου το οποίο τελεί υπό το αυτό καθεστώς, λαμβανομένης υπόψη της αρχής ότι δεν είναι νοητή ισότητα στην παρανομία και, επομένως δεν είναι επιτρεπτή επανάληψή της (ιδ. αντί άλλων ΣτΕ 632/2010).

Στο πλαίσιο αυτό, εναπόκειται στα αρμόδια όργανα του ΔΟΑΤΑΠ η εξέταση και συνεκτίμηση του συνόλου των στοιχείων τα οποία έχουν στη διάθεσή τους ή η συλλογή περαιτέρω στοιχείων σε σχέση με το ακριβές χρονικό σημείο εισαγωγής του κρισίμου προγράμματος σπουδών και κάθε άλλου ζητήματος το οποίο θα έκριναν αναγκαίο, όπως και της συμπεριφοράς όλων των πλευρών, υπό το φώς όσων προαναφέρθηκαν και ειδικότερα της πληροφόρησης περί μη αυτόματης αναγνώρισης στην Κυπριακή Δημοκρατία τίτλων σπουδών οι οποίοι απονέμονται από τα εκεί ιδιωτικά πανεπιστήμια σε περίπτωση μη πλήρους τετραετούς φοίτησης σε αυτά.

Β. Μειοψήφησε η Νομικός Σύμβουλος Νίκη Μαριόλη, η οποία διατύπωσε την ακόλουθη άποψη:

«Επί του ερωτήματος του ΔΟΑΤΑΠ εάν είναι ορθή η με αριθ. Πρακτικού 153/05- 09-2014 απόφαση της Ολομελείας του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΟΑΤΑΠ, κατά την οποία ο Οργανισμός δεν μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 στοιχείο (β) να αναγνωρίσει τίτλους σπουδών ομοταγών ιδρυμάτων της αλλοδαπής, η χορήγηση των οποίων έχει πραγματοποιηθεί με αναγνώριση πιστωτικών μονάδων ως μεταφερόμενων από ελληνικά ΑΕΙ χωρίς προηγουμένως να έχει αποκτηθεί ο ημεδαπός τίτλος σπουδών, και με ποιόν τρόπο θα χειριστεί εκκρεμείς και περατωθείσες υποθέσεις με την έκδοση αντίστοιχων πράξεων αναγνώρισης, έχω την ακόλουθη άποψη:

Ι. Από τις διατάξεις του Ν.3328/2005 περί ΔΟΑΤΑΠ (ΦΕΚ Α ́- 80) και τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι ο ΔΟΑΤΑΠ, προκειμένου να εξετάσει αίτημα αναγνώρισης ισοτιμίας πτυχίου του Νομικού Τμήματος του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου προς τα πτυχία Νομικής τα οποία απονέμουν τα ημεδαπά ΑΕΙ, αφού εξετάσει σε πρώτο στάδιο το ομοταγές του ως άνω εκπαιδευτικού ιδρύματος (πράγμα το οποίο έχει κριθεί από τον ΔΟΑΤΑΠ με το υπ ́αριθ.100Α/1-10-2010 Πρακτικό του Δ.Σ. και δεν αμφισβητείται) θα εξετάσει στη συνέχεια εάν όλες οι σπουδές που ήγαγαν στη λήψη του αλλοδαπού τίτλου σπουδών έχουν πραγματοποιηθεί σε ομοταγές προς τα ελληνικά αλλοδαπό εκπαιδευτικό ίδρυμα, αρκεί τουλάχιστον το 1⁄2 των σπουδών, να έχει πραγματοποιηθεί στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Κατά τη διαδικασία αυτή, δεν αποκλείεται η αναγνώριση και ο συνυπολογισμός χρόνου φοιτήσεως που διανύθηκε σε ελληνικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και όχι σε ομοταγή της αλλοδαπής, υπολογιζόμενος σε ακαδημαϊκά έτη, εξάμηνα, διδακτικές μονάδες ή συνδυασμό αυτών, τον οποίο έλαβε υπόψη το αλλοδαπό πανεπιστήμιο στα πλαίσια του τετραετούς προγράμματος φοίτησης για τη χορήγηση πτυχίου Νομικής, αρκεί η είσοδος και η κατάταξη στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου που χορήγησε τον κρινόμενο τίτλο να έγινε σύμφωνα με τον κανονισμό του ή σύμφωνα με την ισχύουσα στην Κύπρο νομοθεσία (ενδεικτικά ΣΤΕ 1412/2011, ΔΕΑ 1108/2014, 296/2013 κλπ.). Είναι δε αδιάφορο από την άποψη αυτή, αν οι σπουδές σε ελληνικά ΑΕΙ οι οποίες συνυπολογίσθηκαν από το ομοταγές αλλοδαπό πανεπιστήμιο οδήγησαν ή όχι στη λήψη πτυχίου στην Ελλάδα, όπως και σε ποιο τμήμα ημεδαπού ΑΕΙ διδάχθηκαν τα μαθήματα που έκρινε το αλλοδαπό πανεπιστήμιο ότι καλύπτουν ύλη που θα δίδασκε και το ίδιο στο συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών και ως εκ τούτου δεν χρειαζόταν να επαναληφθούν.

Η άποψη αυτή βρίσκει έρεισμα στο σκοπό των διατάξεων περί ΔΟΑΤΑΠ από τις οποίες προκύπτει με σαφήνεια ότι κατά τη διαδικασία αναγνωρίσεως τίτλου σπουδών εκπαιδευτικού ιδρύματος της αλλοδαπής ως ισότιμου και αντίστοιχου με πτυχίο ελληνικού ΑΕΙ, το ζητούμενο είναι να προέρχεται ο τίτλος από ομοταγές εκπαιδευτικό ίδρυμα, να είναι του ίδιου επιπέδου και της ίδιας επιστημονικής αξίας με τους τίτλους σπουδών των ελληνικών ΑΕΙ και να αντιπροσωπεύει το ίδιο κατά βάση περιεχόμενο γνώσεων με το πτυχίο ελληνικού ΑΕΙ με το οποίο κρίνεται ως ισότιμο.

Προσανατολίζεται δηλαδή ο νομοθέτης και έχει ως μέτρο σύγκρισης τις σπουδές που παρέχουν τα ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα οποία λειτουργούν ως αυτοδιοικούμενα ν.π.δ.δ. και γιαυτό τυχόν αποκλεισμός συνυπολογισμού σπουδών σε ελληνικό ΑΕΙ, τις οποίες συνυπολόγισε σύμφωνα με την ισχύουσα εκεί νομοθεσία το αλλοδαπό πανεπιστήμιο το οποίο χορήγησε τον κρινόμενο τίτλο, κατά τη διαδικασία αναγνώρισης ισοτιμίας από τον ΔΟΑΤΑΠ, θα αντιστρατευόταν το σκοπό του νόμου.

II. Εφόσον συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, ο ΔΟΑΤΑΠ θα προχωρήσει στο επόμενο στάδιο. Θα ερευνήσει δηλαδή αν ο αλλοδαπός τίτλος σπουδών αποκτήθηκε με διαδικασία και ουσιαστικές προϋποθέσεις, όπως συνολική διάρκεια σπουδών (με το συνυπολογισμό του διανυθέντος στο ελληνικό ΑΕΙ χρόνου), τρόπος διδασκαλίας, σημασία και τρόπος εξετάσεως ή άλλης δοκιμασίας για προαγωγή ή αποφοίτηση των σπουδαστών κλπ., ανάλογες με αυτές που ισχύουν στην Ελλάδα και που αποδεικνύουν ότι ο τίτλος σπουδών είναι πράγματι της αυτής επιστημονικής αξίας και του αυτού επιπέδου με τους τίτλους σπουδών των ελληνικών ΑΕΙ, προκειμένου να αναγνωρίσει την ισοτιμία του αλλοδαπού τίτλου σπουδών. Κατά την προκείμενη έρευνα, τυχόν απαίτηση του ΔΟΑΤΑΠ ύπαρξης αναλογίας ως προς τον τρόπο εισαγωγής και κατάταξης στο αλλοδαπό πανεπιστήμιο σε σχέση με τα ισχύοντα ως προς τον τρόπο εισαγωγής και κατάταξης στα ελληνικά ΑΕΙ, θα πρόσθετε μια προϋπόθεση που δεν προβλέπεται στο νόμο και έρχεται σε αντίθεση με την ως άνω νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του θέματος, θα είχε δε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό αλλοδαπών τίτλων σπουδών, της αυτής επιστημονικής αξίας και του αυτού επιπέδου με τους τίτλους σπουδών των ελληνικών ΑΕΙ, χωρίς νόμιμη αιτία. Άλλωστε, ο ΔΟΑΤΑΠ, με το υπ ́αριθ.108/11-2-2011 Πρακτικό του Α ́ Τμήματος Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης που αφορά σε αναγνώριση Τμημάτων και Σχολών ανά κλάδο, ως ισότιμων προς τα Τμήματα και τις Σχολές των ελληνικών πανεπιστημίων, περιλαμβάνει στον «κλάδο Νομικής» το «European University of Cyprus-Cyprus (SCHOOL OF HUMANITIES AND SOCIAL SCIENCE & DEPARTMENT OF LAW), (Αναγνώριση ισοτιμίας Σχολής και Τμήματος).

Περαιτέρω, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καταστρατηγούνται οι διατάξεις του Ν.4009/2011 και του Ν.3374/2005 που αφορούν χορηγούμενους από ελληνικό ΑΕΙ τίτλους με δυνατότητα αναγνωρίσεως πιστωτικών μονάδων και από ίδρυμα της αλλοδαπής ή το αντίστροφο ή χορήγηση κοινού τίτλου, με βάση σχετικά πρωτόκολλα συνεργασίας, γιατί στην εξεταζόμενη περίπτωση, οι ως άνω διατάξεις δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Η είσοδος και η κατάταξη στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου , σε ορισμένο έτος σπουδών, δεν γίνεται με επίκληση κάποιου πρωτοκόλλου συνεργασίας, αλλά σύμφωνα με τον κανονισμό του ή σύμφωνα με την ισχύουσα στην Κύπρο νομοθεσία. Εξάλλου, εάν υπήρχε διαπανεπιστημιακό πρόγραμμα συνεργασίας και είχε συμφωνηθεί στα πλαίσια τήρησης των προβλεπόμενων στους ως άνω νόμους διαδικασιών, δεν θα απαιτείτο ούτε το ελάχιστο ποσοστό σπουδών, δηλ. το 1⁄2 των σπουδών να έχει διανυθεί στο αλλοδαπό πανεπιστήμιο, σύμφωνα με την εξαίρεση που εισάγει το άρθρο 4 παρ.1 περ.β ́ του Ν.3328/2005.

Επίσης, δεν καταστρατηγούνται οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που προβλέπουν διαδικασία και ποσοστά για την κατάταξη πτυχιούχων ΑΕΙ σε άλλα τμήματα ημεδαπών ΑΕΙ, γιατί οι διατάξεις αυτές λαμβάνουν υπόψη την οργάνωση των σπουδών σε κάθε σχολή και τη φέρουσα ικανότητά της με σκοπό τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας τους, ώστε να μην γίνεται υπέρβαση των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων της κάθε ακαδημαϊκής μονάδας, προς βλάβη του δημοσίου συμφέροντος, και δεν αφορούν το εξεταζόμενο εν προκειμένω ζήτημα, της αναγνώρισης ισοτιμίας αλλοδαπού τίτλου σπουδών.

Περαιτέρω, η αναγνώριση ισοτιμίας του τίτλου «πτυχίο Νομικής» που απονέμει το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, στο πλαίσιο τετραετούς προγράμματος σπουδών «Ελληνικό Δίκαιο», με αναγνώριση σπουδών (διάρκειας σπουδών, μαθημάτων και διδακτικών μονάδων) που έχουν διανυθεί σε ελληνικά ΑΕΙ, τις οποίες συνυπολόγισε το αλλοδαπό πανεπιστήμιο, το οποίο χορήγησε τον κρινόμενο τίτλο, δεν παραβιάζει τις παρ.5 και 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος, που ορίζουν ότι η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται στην Ελλάδα αποκλειστικά και μόνον από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και απαγορεύουν τη σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες.

Αντίθετα είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, που έχουν κρίνει ότι δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτό να αναγνωρισθεί χρόνος σπουδών διανυθείς σε εκπαιδευτικό ίδρυμα που λειτουργεί στην Ελλάδα και δεν αποτελεί ελληνικό ΑΕΙ, κατά την έννοια του άρθρου 16 παρ.5 του Συντάγματος (ενδεικτικά ΣτΕ 1698/2013, 3451/201, 1412/2011, 570/2010 κλπ).

Εξάλλου, ο αποκλεισμός εκ προοιμίου της αναγνώρισης ισοτιμίας και αντιστοιχίας πτυχίων Νομικής του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου οι οποίοι χορηγήθηκαν με αναγνώριση σπουδών σε ελληνικά ΑΕΙ, θα παραβίαζε τις διατάξεις του άρθρoυ 165 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τις οποίες εισάγεται ο θεσμός της κινητικότητας των φοιτητών, μεταξύ άλλων και μέσω της ακαδημαϊκής αναγνώρισης διπλωμάτων και περιόδων σπουδών.

Περαιτέρω, οι ίδιες διατάξεις επιβάλλουν ταυτόχρονα το σεβασμό στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού τους συστήματος. Η διδασκαλία του ελληνικού δικαίου, στο πλαίσιο της αρμοδιότητας αλλοδαπής πολιτείας να οργανώνει τις σπουδές της και τα προγράμματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δεν προσκρούει σε κάποια διάταξη ούτε καταστρατηγεί κάποια διάταξη της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας, του Συντάγματος ή της ελληνικής νομοθεσίας. Αντίθετα, η αρχή που διαπνέει τη νομοθεσία, ευρωπαϊκή και ελληνική, είναι ότι η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες. Ασφαλώς, οι διαδικασίες θέσπισης, το περιεχόμενο του δικαίου, η ερμηνεία του μετά δυνάμεως δεδικασμένου και η εφαρμογή του, ανήκουν στην κυριαρχική εξουσία και αρμοδιότητα του ελληνικού κράτους και ασκούνται με τα αντίστοιχα όργανα της νομοθετικής και δικαστικής λειτουργίας. Όμως, η διδασκαλία, η έρευνα και η μελέτη του ελληνικού δικαίου, δεν συνάπτονται με τις ως άνω εξουσίες και αρμοδιότητες, και ως εκ τούτου, δεν αποτελεί νόμιμη αιτία για την εκ προοιμίου μη αναγνώριση ισοτιμίας και αντιστοιχίας τίτλου σπουδών αλλοδαπού πανεπιστημίου, το γεγονός ότι το γνωστικό του αντικείμενο είναι το ελληνικό δίκαιο.

Στη συνέχεια, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και αναγνωρισθεί τίτλος ως ισότιμος, δύναται να αναγνωρισθεί και ως αντίστοιχος, αν δηλαδή αντιπροσωπεύει το ίδιο κατά βάση, περιεχόμενο γνώσεων, το οποίο αντιπροσωπεύει το πτυχίο (Νομικής εν προκειμένω) ελληνικού ΑΕΙ, με βάση τα μαθήματα του ελληνικού ΑΕΙ τα οποία αναγνώρισε το αλλοδαπό πανεπιστήμιο κατά την κατάταξη σ ́αυτό σε συνδυασμό και με τα μαθήματα από το πρόγραμμα σπουδών του αλλοδαπού πανεπιστημίου, θέματα τα οποία εναπόκεινται στην ουσιαστική εκτίμηση των οργάνων του ΔΟΑΤΑΠ. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του ΔΟΑΤΑΠ πρέπει να είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη (ενδεικτικά ΣΤΕ 3231/2010, 3388/2009).

III. Κατόπιν των ανωτέρω, δεν είναι ορθή η με αριθ. Πρακτικού 153/05-09-2014 απόφαση της Ολομελείας του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΟΑΤΑΠ, κατά την οποία ο Οργανισμός δεν μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 στοιχείο(β) να αναγνωρίσει τίτλους σπουδών ομοταγών ιδρυμάτων της αλλοδαπής, η χορήγηση των οποίων έχει πραγματοποιηθεί με αναγνώριση πιστωτικών μονάδων ως μεταφερόμενων από ελληνικά ΑΕΙ χωρίς προηγουμένως να έχει αποκτηθεί ο ημεδαπός τίτλος σπουδών. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ερευνηθεί από το ΔΟΑΤΑΠ κατά την αναφερόμενη ως άνω διαδικασία, εάν συντρέχουν ή όχι οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αναγνώριση ισοτιμίας και αντιστοιχίας των αναφερόμενων στο ερώτημα εκκρεμών αιτήσεων αναγνώρισης, ενώ δεν τίθεται ζήτημα επανεξέτασης των ήδη περαιωμένων υποθέσεων, εκ μόνου του λόγου ότι συνυπολογίσθηκαν σπουδές πραγματοποιηθείσες σε ελληνικά ΑΕΙ ».

V. Απαντήσεις επί των ερωτημάτων

Με βάση όσα αναφέρθηκαν, κατά την γνώμη η οποία πλειοψήφησε, στα διατυπωθέντα ερωτήματα προσήκουν οι ως άνω αναλυτικώς διδόμενες απαντήσεις. Ήτοι, θετική απάντηση στο πρώτο ερώτημα αλλά υπό διαφορετική έννοια ως προς την αναγκαία αιτιολογία σε σχέση με την άποψη που διατύπωσε η Ολομέλεια του ΔΟΑΤΑΠ για τις εξεταζόμενες περιπτώσεις αναγνώρισης ισοτιμιών πτυχίων, ενώ ως προς το δεύτερο ερώτημα, και ιδίως
ήδη εκδοθείσες σχετικές αποφάσεις του, η απάντηση η οποία εκτίθεται παραπάνω στο σημείο IV.Α.2.

Πηγή:www.esos.gr

Comments are closed.